Σχολικές ώρες πολλές, αλλά χωρίς απόδοση
Για να απαντήσω στο μαθηματικό μου που αναρωτιέται γιατί είμαστε τόσο πίσω στους διαγωνισμούς….
Η χαμηλή κατάταξη των Ελλήνων μαθητών στο διεθνές πρόγραμμα αξιολόγησης PISA αποκαλύπτει τις αδυναμίες της μεθόδου «παπαγαλία» Του Αποστολου Λακασα
«Τα Eλληνόπουλα δεν πηγαίνουν στο σχολείο διότι θέλουν να μάθουν, αλλά γιατί πρέπει να περάσουν στο πανεπιστήμιο». Αυτό αναφέρουν σήμερα στην «Κ» παράγοντες της εκπαίδευσης, οι οποίοι ομονοούν ότι δεν πρέπει να μας ξαφνιάζουν τα μέτρια, για μία ακόμη φορά, αποτελέσματα της Ελλάδας στον διεθνή διαγωνισμό PISA (Διεθνές Πρόγραμμα Αξιολόγησης των Μαθητών) του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Παπαγαλία, στείρα γνώση, πλήξη, βάρος στα φροντιστήρια, έλλειψη αξιολόγησης, γραφειοκρατική διεκπεραίωση είναι ορισμένα από όσα συνθέτουν το σημερινό σχολικό τοπίο για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Δεν λείπουν οι εξαιρέσεις, αλλά είναι για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Στον διαγωνισμό PISA, που έγινε το 2006, συμμετείχαν περίπου 400.000 δεκαπεντάχρονοι μαθητές από 57 χώρες, εκ των οποίων 4.871 από 1.923 σχολεία της Ελλάδας. Ο διαγωνισμός μετρά τις γνώσεις και τις δεξιότητες των 15χρονων στην κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες (φυσική, χημεία, βιολογία, γεωγραφία κ.λπ.) και πώς αυτές τις γνώσεις μπορεί να τις αξιοποιήσουν στην καθημερινή τους ζωή. Η Ελλάδα το 2006, όπως και στους διαγωνισμούς του 2003 και του 2000, χάθηκε κάπου μεταξύ των πολλών μετρίων. Μεταξύ 57 χωρών στις Φυσικές Επιστήμες κατέλαβε την 38η θέση, στα Μαθηματικά την 39η θέση και στην Κατανόηση Κειμένου την 36η θέση.
Οι μεγάλες πληγές
Οι πληγές του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι πολλές και δεν σχετίζονται μόνο με τη χρηματοδότηση ούτε με τον χρόνο που αφιερώνεται στα συγκεκριμένα μαθήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι Ελληνες μαθητές διδάσκονται 1.089 ώρες ετησίως Μαθηματικά, Γλώσσα και Φυσικές Επιστήμες, πολύ περισσότερες από τις αντίστοιχες ώρες στις πρώτες σε επιδόσεις χώρες, τη Φινλανδία και τη Νότιο Κορέα. Επίσης, η διαφορά της χρηματοδότησης ανά μαθητή σε σύγκριση με άλλες χώρες δεν δικαιολογεί τη διαφορά στις επιδόσεις. Αλλο φταίει, και αφορά την ποιότητα του συστήματος.
«Σε αντίθεση με τα ελληνικά αναλυτικά προγράμματα, το PISA εστιάζει στην αξιολόγηση της ικανότητας των μαθητών να χρησιμοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητες στην καθημερινή κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή, παρά στην αξιολόγηση του βαθμού κατοχής ενός συγκεκριμένου αναλυτικού προγράμματος. Το πλαίσιο στο οποίο τίθενται οι ερωτήσεις στο ελληνικό σχολείο δεν συνδέεται με κανένα τρόπο με προβλήματα της καθημερινότητας», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ», η αναπληρώτρια καθηγήτρια Εκπαιδευτικής Ερευνας στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο κ. Βάσω Χατζηνικήτα, που έχει διατελέσει και εθνική διαχειρίστρια στο πρόγραμμα PISA.
«Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα χαρακτηρίζεται παραδοσιακά από μία τάση για αποστήθιση παρά για ανάπτυξη της κριτικής σκέψης», λέει στην «Κ» ο αντιπρύτανης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, αντιπρόεδρος αρμόδιος του τμήματος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο κ. Ναπολέων Μήτσης. «Και εάν -προσθέτει- το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται ικανοποιητικά με τα νέα αναλυτικά προγράμματα και τα βιβλία για το δημοτικό και το γυμνάσιο, η προσπάθεια αναιρείται από τη λογική του λυκείου. Εκεί η φιλοσοφία των Πανελλαδικών Εξετάσεων οδηγεί τους μαθητές στο δρόμο για την τεχνική της αποστήθισης».
Ευρύτερα, η τυπολατρία σημαδεύει όλες τις σχολικές λειτουργίες. «Το σχολείο στέκεται στη «διαδικασία», αντί να επικεντρώνει στο αποτέλεσμα. Οι συντελεστές της μάθησης κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο ανέκαθεν επικρατεί μια «γραφειοκρατική ορθότητα».
Καλός εκπαιδευτικός θεωρείται ο γραφειοκρατικά «καλυμμένος» εκπαιδευτικός. Αν τον ρωτήσει κάποιος για κάτι, τότε αυτό δεν θα είναι αν η δουλειά του έφερε αποτέλεσμα, αλλά αν «έβγαλε» τη διδακτέα ύλη», αναφέρει στην «Κ» ο καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και διευθυντής του Εργαστηρίου Εμπειρικής Εκπαιδευτικής Ερευνας κ. Αθανάσιος Γκότοβος. «Ισως ο «εγκλωβισμός» στις διαδικασίες μπορούσε να εξασφαλίσει ένα κάποιο αποτέλεσμα, αλλά αυτό προϋποθέτει ότι κάποιος παρακολουθεί την εφαρμογή τους. Εδώ και 30 χρόνια το ελληνικό σχολείο πορεύεται χωρίς παρακολούθηση και χωρίς εποπτεία. Ποιος απαιτεί σήμερα από ποιο δημόσιο σχολείο αποτέλεσμα και ποιος επαινεί το σχολείο εκείνο που φέρνει αποτέλεσμα;», προσθέτει ο κ. Γκότοβος.
Ουδεμία αντίδραση
Το ερώτημα είναι γιατί δεν έγινε κάτι, αφού τόσο το 2000 όσο και το 2003 οι επιδόσεις μας στο πρόγραμμα PISA ήταν εξίσου μέτριες. Επί θητείας στο υπουργείο Παιδείας της κ. Μαριέττας Γιαννάκου παρουσιάστηκε από Φινλανδούς το φινλανδικό -πρωτεύσαν- σύστημα. Ομως, η παρουσία των Σκανδιναβών δεν αξιοποιήθηκε, καθώς «κουβέντα επί της ουσίας και σε βάθος δεν ακολούθησε», όπως λέει η κ. Χατζηνικήτα.
«Το χειρότερο δεν είναι οι χαμηλές επιδόσεις. Πολύ πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, ενώ αυτό το γνωρίζουμε επίσημα εδώ και χρόνια, δεν αντιδρούμε. Είναι ήδη αξιοπρόσεκτο ότι το τρίτο κατά σειράν καμπανάκι του ΟΟΣΑ για τα κατορθώματα της ελληνικής εκπαίδευσης μας χάλασε τον ύπνο του δικαίου. Προς το παρόν, τουλάχιστον. Γιατί δεν αποκλείεται αύριο να το ξεχάσουμε ή να το περάσουμε ανώδυνα με κανένα ταξίδι αξιωματούχων στη Φινλανδία για να δουν από κοντά τον πραγματικό αριστούχο και να αντιγράψουν μοντέλα», προσθέτει ο κ. Γκότοβος. Και καταλήγει: «Θα ήθελα πολύ να είμαι αισιόδοξος, αλλά όλα τα σημάδια είναι αντίθετα. Το σχολείο σέρνεται, οι αρμόδιοι ασχολούνται με τη διανομή, η κοινωνία είναι αφοσιωμένη στο θέαμα. Είναι τόσο βαθύς ο λήθαργος, που είναι πολύ αμφίβολο αν η ελληνική εκπαίδευση καταφέρει να ξυπνήσει σύντομα…»
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή



